Περί της αναβιώσεως της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας



Άρθρο του συγγραφέα Στέφανου Μυτιληναίου, στο συλλογικό έργο "Η αναβίωση της Αρχαίας Ελληνικής Θρησκείας", εκδόσεις Αρχέτυπο, 2002.

Το ζήτημα της αναβιώσεως της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, έτσι όπως τίθεται, ονομάζεται και παρουσιάζεται στην ελληνική κοινή γνώμη είναι αρχής εξαρχής διατυπωμένο λάθος διότι, και σε περίπτωση που το αγνοεί κανείς, οι αρχαίοι Έλληνες στερούνταν επισήμου, κυριάρχου και αδιαλλάκτου θρησκευτικού δόγματος στις απόψεις και τις αντιλήψεις που διατύπωναν περί του Θείου· άρα δεν μπορούμε να λέμε σήμερα ότι είχαν κάποια θρησκεία, την οποία μάλιστα φιλοδοξούμε να αναβιώσουμε, διότι κατά αυτόν τον τρόπο -ίσως και άθελα μας- παραποιούμε την ιστορική πραγματικότητα και προσδίδουμε στον ελληνικό πολιτισμό αλλότρια χαρακτηριστικά. Εξάλλου, ούτε και οι ίδιοι οι πρόγονοι περιέγραψαν ποτέ τις εκδηλώσεις λατρείας και τις απόψεις τους περί του Θείου ως θρησκεία· αντιθέτως ο όρος φαίνεται να αποφεύγεται εντός της αρχαιοελληνικής γραμματείας με επιμέλεια. Ο αρχιερέας των Δελφών, Πλούταρχος, αναφέρεται στο «…θείον και πάτριον αξίωμα της ευσέβειας» (Περί Δεισιδαιμονίας, 166B) και αυτός ο ξεκάθαρος ορισμός είναι ο μόνος που ανταποκρίνεται στην αλήθεια και την πραγματικότητα.

Σε αντιδιαστολή με τους γειτονικούς τους αρχαίους λαούς της ανατολής, οι Έλληνες ουδέποτε συνέγραψαν ή αποδέχτηκαν ιερά και αλάνθαστα βιβλία. Σε ό,τι αφορά τις θεωρίες που διατύπωσαν σχετικά με τους θεούς ποτέ δεν τις ονόμασαν θεολογία εφόσον κανείς τους δεν ισχυρίστηκε ότι ήταν κάτοχος κάποιας θείας φώτισης ή θεόπνευστης αποκάλυψης. Είχαν πλήρη γνώση και συνείδηση ότι ο ανθρώπινος νους είναι ο μοναδικός δημιουργός των ανθρώπινων αντιλήψεων περί του Θείου, και επειδή αυτό ακριβώς το Θείον, σύμφωνα προς τους Έλληνες, δεν ήταν μεταφυσικό αλλά απολύτως φυσικό το ερευνούσαν με επιστημονική μέθοδο. Αντί της θεολογίας οι Έλληνες είχαν ως όχημα αναζήτησης τη φιλοσοφία, η οποία συστηματικά ερευνούσε -μεταξύ όλων των άλλων- και το Θείον.

Εξάλλου αυτό που αποκαλούσαν οι Έλληνες Θείον ουδεμία σχέση έχει με την ιουδαϊκή και ιουδαιοχριστιανική προσέγγιση Του. Σήμερα, που η πρόοδος της επιστήμης είναι εντυπωσιακά ραγδαία, πολλές από τις πρόσφατες επιστημονικές και δη αστροφυσικές, θεωρίες και αποδείξεις βλέπουμε να επιβεβαιώνουν θεαματικά τις πανάρχαιες απόψεις των προγόνων μας περί του Θείου. Άρα μπορούμε να πούμε με αρκετή ασφάλεια ότι το Θείον κατά τους Έλληνες είναι σύστημα αξιών φυσικών και κοινωνικών, όπως θα δείξουμε παρακάτω, δεν αποτελεί πεδίο έρευνας κάποιας θεολογίας, αλλά μάλλον των θετικών επιστημών.

Η αναβίωση της Αρχαίας Ελληνικής
Θρησκείας, εκδόσεις Αρχέτυπο, 2002
Σημαντικό επίσης να σημειώσουμε ότι στη λατρευτική σχέση του ανθρώπου ως προς το Θείον, για τους αρχαίους Έλληνες δεν υπάρχουν πιστοί αλλά ευσεβείς. Η εννοιολογική απόσταση μεταξύ των δύο όρων είναι τεράστια, εφόσον η λέξη πιστός υποδηλώνει την τυφλή και απαράβατη αφοσίωση σε ένα και μόνο θρησκευτικό δόγμα (εξ αποκαλύψεως αλήθεια) ενώ η έννοια του ευσεβούς έχει να κάνει με στάση καλής πρόθεσης και σεβασμού απέναντι σε ό,τι θεωρούμε ως Θείον, κρατώντας αποστάσεις ασφαλείας από θρησκευτικούς φανατισμούς και διατηρώντας το δικαίωμα να συλλογιζόμαστε ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς γύρω από τα ζητήματα που αφορούν το Θείον και τη φύση Του. Οι αρχαίοι Έλληνες γνωρίζοντας ότι δεν γνώριζαν ουσιαστικά τίποτα ασφαλές περί του Θείου ως συμπαντικής δύναμης δεν δέχονταν να πιστέψουν σε ένα δόγμα (εξ αποκαλύψεως αλήθεια) το οποίο στο μέλλον του χρόνου μοιραία θα ανατρεπόταν από την εξέλιξη του πολιτισμού. Μην μπορώντας όμως και να αποκλείσουν την αναγκαιότητα συστήματος αξιών για τη φύση και την κοινωνία προτίμησαν να αυτοαποκαλούνται ευσεβείς.

Συνοψίζοντας λοιπόν τα όσα θέσαμε μέχρι στιγμής, μπορούμε να πούμε ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν θρησκεία αλλά μία ελεύθερη λατρευτική σχέση με το Θείον. Δεν είχαν κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα αλλά επέτρεπαν στον καθένα να φιλοσοφεί ελεύθερα γύρω από τα ζητήματα που αναφέρονταν στο Θείον και σπανίως απαγόρευαν μόνο εκείνες τις απόψεις που τις θεωρούσαν ικανές να προκαλέσουν δυσάρεστες πολιτικές αναταραχές και διαστροφή στις κοινωνίες. Δεν είχαν θεολογία προσηλωμένη σε κάποιο θρησκευτικό δόγμα αλλά ελεύθερη και αδογμάτιστη φιλοσοφική σκέψη, η οποία συνεχώς εξελισσόταν μέσα από την επιστημονική έρευνα και την πολιτισμική πρόοδο της κάθε κοινωνίας.

Θα μπορούσαμε λοιπόν εν κατακλείδι αυτής της εισαγωγής να πούμε ότι θεωρούμε αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης τις όποιες εξαγγελίες περί αναβιώσεως της αρχαίας ελληνικής θρησκείας, ενώ το ζητούμενο που παραμένει είναι ένα και μοναδικό: η πλήρης -κατά το δυνατό- αναβίωση του ελληνικού πολιτισμού μέσα από τη γνώση-εφαρμογή της ελληνικής φιλοσοφίας. Αυτό βεβαίως σημαίνει αυτόματα και την εν παραλλήλω αναβίωση των αρχαιοελληνικών αντιλήψεων περί Θείου, εφόσον και αυτές αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του ελληνικού πολιτισμού και φιλοσοφικό παράγωγο του. Ωστόσο αλίμονο αν αυτή η θαυμαστή και υποδειγματική ελευθερία προσέγγισης του Θείου περιχαρακωθεί στα στενά και ανελεύθερα πλαίσια ενός θεοκρατικού συστήματος που θα λέγεται ελληνική θρησκεία, η οποία θα είναι μόνο κατά επίκληση ελληνική εφόσον, στην ουσία, αν αντιγράψουμε το μοντέλο της θρησκείας και το εισάγουμε στον Ελληνισμό, δεν θα διαφέρει πουθενά πλέον από τις υπόλοιπες θεοκρατίες που κρατούν δέσμια την ανθρωπότητα· έτσι, το μόνο που θα έχουμε καταφέρει θα ’ναι να δημιουργήσουμε ένα τέρας με όνομα ελληνικό αλλά δομή, συμπεριφορά και συνείδηση ιουδαιοχριστιανική, πράγμα που θα επιβεβαιώσει το σοφό λαό μας στην πασίγνωστη παροιμία, άλλαξε ο Μανωλιός και έβαλε τη σκούφια του αλλιώς.

Θεωρούμε ότι η αναβίωση του ελληνικού πολιτισμού είναι η έσχατη πράξη επιβίωσης που απομένει στην ανθρωπότητα και οι Έλληνες θεοί ως σύμβολα αιώνιων και άφθαρτων αξιών είναι πάντα ζωντανοί και επίκαιροι. Βεβαίως το μόνο που απομένει είναι να αποσαφηνίσουμε τις έννοιες ώστε να γίνει αντιληπτό ότι ένας σύγχρονος ευσεβής των αρχαίων θεών, όχι μόνο δεν είναι γραφικός αλλά αντιθέτως ως μία προσωπικότητα καθοδηγούμενη από τον Ορθό Λόγο είναι εντελώς σύγχρονος και συμβατός με την εποχή μας, εποχή επιστημονικής και τεχνολογικής αλματώδους εξέλιξης. Επίσης θα φανεί ότι οι Έλληνες θεοί ως συστήματα αξιών είναι πιο κοντά στις σύγχρονες ανάγκες των κοινωνιών από τις ανατολίζουσες θεοκρατικές αντιλήψεις ή τα θρησκευτικά συστήματα που βασίζονται σε «εξ αποκαλύψεως αλήθειες».

Εξάλλου ο Ελληνισμός ως κοσμοθεωρία πρεσβεύει την αρμονία μεταξύ ύλης και Νου, πράγμα που σημαίνει ισορροπία μεταξύ υλισμού και πνεύματος. Αυτή η συμπαντική αρχή αν εφαρμοστεί σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας μας, όπως στις σχέσεις που αναπτύσσουμε με τους συνανθρώπους μας και στο πώς φερόμαστε στο φυσικό περιβάλλον, θα έχει ως βέβαιο αποτέλεσμα: τη διαφύλαξη και διαιώνιση της ίδιας της ζωής. Η Μαρία Τζάνη έχει γράψει σχετικά:

«Όποιος τα σημάδια των καιρών μπορεί να αφουγκράζεται·… όποιος λογιάζει τον εαυτό του δημιουργό της μοίρας του·… όποιος αρνείται να χρησιμοποιήσει ως εργαλείο ανάλυσης και μέσο κατανόησης της αγωνίας της σύγχρονης κοινωνίας τη μεταφυσική ομφαλοσκοπία ή ένα μονοδιάστατο και διαστρεβλωτικό υλισμό, αυτός σίγουρα μπορεί να διακρίνει μία σημαντική στροφή, που αρχίζει να προβάλλει ως αναγκαιότητα της παγκόσμιας κοινότητας: στροφή στην Ελληνική αντίληψη και τα Ελληνικά πρότυπα και Αξίες»[1].

Ο Ελληνισμός είναι οδός μύησης στο μέγα μυστήριο της ζωής και καθολική απελευθέρωση από τα πάθη· είναι δηλαδή ο μόνος αληθής και εναρμονισμένος, με τη φύση, τρόπος ζωής! 

***

Σε όλα τα παραπάνω ζητήματα οφείλουμε να δώσουμε στον αναγνώστη μία ξεκάθαρη εικόνα όπως αυτή φανερώνεται μέσα από την αρχαία ελληνική γραμματεία. Θεωρούμε ότι είναι αδύνατη η αναβίωση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής σκέψης εάν πρώτα δεν αποσαφηνίσουμε τις έννοιες και εάν δεν γίνει ευρέως κατανοητό ότι, η επιστροφή στον Ελληνισμό είναι ένας δύσκολος δρόμος που περνά αναγκαστικά μέσα από την ριζική αλλαγή του τρόπου σκέψης μας. Αν όντως θέλουμε να ξαναγίνουμε Έλληνες πρέπει πρώτα να μάθουμε να σκεπτόμαστε, να αισθανόμαστε και να ενεργούμε ως Έλληνες.

Παντελής έλλειψη κυρίαρχου θρησκευτικού δόγματος στην αρχαία ελληνική αντίληψη περί Θείου: Όπως ήδη αναφέραμε, οι πρόγονοι μας στερούνταν ενός κυρίαρχου και μοναδικού, απόλυτου και θεόπνευστου, αδιαμφισβήτητου και κραταιού, θρησκευτικού δόγματος. Πράγμα που σημαίνει ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν θρησκεία όπως την αντιλαμβανόμαστε σήμερα. Αυτό που είχαν οι Έλληνες και αποτελεί μοναδικό φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία, ήταν μία συνεχής και ακατάπαυστη έρευνα γύρω από το Θείον. Το τι θεωρούνταν ως Θείον και πως γίνονταν αντιληπτοί οι θεοί ποικίλει, εφόσον κάθε φιλοσοφική σχολή είχε τις απόψεις της. Αν και φαινομενικά υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των απόψεων που διατυπώθηκαν καθ’ όλους τους αιώνες φιλοσοφικής αναζήτησης, ο αυτοκράτωρ Ιουλιανός σπεύδει να μας εξηγήσει ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι που οδηγούν στην αλήθεια και εμείς απλά έχουμε να επιλέξουμε εκείνον που μας ταιριάζει καλύτερα. Το δικαίωμα αυτό στην επιλογή ήταν και το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ελληνικού πολιτισμού και δεν φανερώνει άγνοια αλλά βαθιά επιθυμία και ορθή πορεία στην απόκτηση της πραγματικής γνώσης. Διότι και κατά Αριστοτέλη η φύση χωρεί κατά το πολύμορφο, το ποικίλο, το πολύτροπο και το πολυσχιδές. Λέει, λοιπόν, ο Ιουλιανός:

«Ας μην επιχειρήσει κανείς να χωρίσει την επιστήμη σε πολλούς κλάδους ή να τη διαιρέσει σε πολλά μέρη· το κυριότερο, να μην προσπαθήσει να παρουσιάσει σαν πολλά ό,τι είναι ένα. Γιατί όπως η αλήθεια είναι μία, το ίδιο είναι και η φιλοσοφία. Ας μη μας φαίνεται παράξενο, λοιπόν, ότι φτάνουμε σε αυτήν από πολλούς δρόμους. Γιατί αν κάποιος ξένος ή, μα τον Δία, κάποιος από τους παλιούς, ήθελε να γυρίσει στην Αθήνα, θα μπορούσε να πάει είτε από ξηρά είτε από θάλασσα[2] (…) Εν πάση περιπτώσει η φιλοσοφία είναι μία, και όλοι οι φιλόσοφοι, μπορούμε να πούμε, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και τον επιτυγχάνουν παίρνοντας ο καθένας διαφορετικούς δρόμους»[3].

Γνωρίζοντας λοιπόν οι πρόγονοι ότι όλοι το ίδιο αναζητούσαν, αλλά ο καθένας από τη σκοπιά του, απέφυγαν σκοπίμως να εισάγουν ένα κοινό και από όλους αποδεκτό δόγμα διότι αυτό θα λειτουργούσε ως τροχοπέδη στην αναζήτηση της αλήθειας, δηλαδή στην αναζήτηση του Θείου. Βεβαίως αυτό οφειλόταν και στην πεποίθηση, ότι οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν στην ουσία τίποτα γύρω από το Θείον και έτσι το ζήτημα παρέμενε ανοιχτό για περαιτέρω έρευνα. Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος, για παράδειγμα, υποστήριζε:

«Μα το σαφές κανείς δεν είδε, κι ούτε θα γνωρίσει για τους θεούς[4] και όσα λέγω γύρω απ’ όλα· κι αν τύχει, όσο πιο τέλεια να πει <άνθρωπος> αλήθεια, ο ίδιος όμως δεν το ξέρει· για όλα υπάρχει δοξασία»[5].

Και συμπληρώνει ο ίδιος:

«Οι δοξασίες αυτές ας νομισθούν όμοιες με αληθινές…»[6].

Μας εξηγεί δηλαδή, αυτός ο μεγάλος προσωκρατικός φιλόσοφος και ποιητής από την Ιωνία, ότι κανένας δεν θα μπορέσει ποτέ να γνωρίσει τη σαφέστατη αλήθεια γύρω από τα μεγάλα οντολογικά ζητήματα που θέτει ο άνθρωπος όπως σύμπαν, θεοί, πραγματικότητα κλπ. Ωστόσο, επισημαίνει, ότι οφείλουμε για χάρη των ανθρώπινων αναγκών να θεωρούμε σε κάθε εποχή τις δοξασίες μας όμοιες με αληθινές αν και ξέρουμε ότι δεν είναι, εφόσον γνωρίζουμε μόνο ένα απειροελάχιστο μέρος της συμπαντικής αλήθειας και όχι την ίδια καθαυτή (ομοίως πράττει και η επιστήμη με τις θεωρίες της).

Επίσης ο Πλούταρχος, ιερέας των Δελφών και φιλόσοφος, μαρτυρεί ότι στην προχριστιανική ελληνική αντίληψη περί Θείου δεν υπήρχε δόγμα. Στο κείμενο που ακολουθεί είναι κάτι παραπάνω από σαφής:

«Όλοι συμφωνούν στη διαπίστωση ότι θεοί υπάρχουν, αλλά έχουν διάφορες απόψεις σχετικά με τον αριθμό τους και τις κατηγορίες τους, όπως και για τη φύση και τη λειτουργία τους. Τώρα οι φιλόσοφοι πιστεύουν ότι οι θεοί είναι:
άτρωτοι στις αρρώστιες, στο γήρας και στους πόνους
και δεν διαβαίνουν ποτέ το πέρασμα
του Αχέροντα με τον βαρύ αντίλαλο[7].
»Για τον λόγο αυτόν δεν παραδέχονται ως θεούς ούτε τις Έριδες, ούτε τις Λιτές, ούτε τον Δείμο και τον Φόβο, ούτε και αναγνωρίζουν πως είναι παιδιά του Άρη. Είναι αντίθετοι σε πολλά από τους νομοθέτες, όπως ο Ξενοφάνης που είπε στους Αιγυπτίους να μην τιμούν τον Όσιρι ως θεό, αν τον θεωρούν θνητό, ή να μην θρηνούν γι’ αυτόν αν πιστεύουν πως είναι θεός. Από την άλλη μεριά, όταν οι φιλόσοφοι θεοποιούν κάποιες ιδέες, αριθμούς, μονάδες και πνεύματα, οι ποιητές και οι νομοθέτες δεν έχουν την υπομονή να τους ακούσουν, ούτε και μπορούν να καταλάβουν τι εννοούν[8]».

Επειδή λοιπόν στην ελληνική σκέψη δεν υπήρχε κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα ο Πλούταρχος συμβούλευε τους ευσεβείς που επιθυμούσαν να γνωρίσουν το Θείον να μελετούν και να ερευνούν συνεχώς γύρω από τα σχετικά ζητήματα. Στον Ελληνισμό, όπως προαναφέραμε, δεν υπάρχει η έννοια της πίστης στα θέματα που άπτονται του Θείου, πόσο μάλλον το πίστευε και μη ερεύνα του Χριστιανισμού. Ένας ευσεβής ως προς τους θεούς οφείλει να ερευνά. Μάλιστα, ο αρχαίος ιερέας θεωρούσε την έρευνα αυτή σημαντικότερη από το οποιοδήποτε ιερατικό αξίωμα ή και από την τήρηση των εθίμων που σχετίζονταν με την προχριστιανική ελληνική ευσέβεια:

«Για τούτο η αναζήτηση της αλήθειας, και μάλιστα αυτή που αναφέρεται στους θεούς, είναι έντονη ορμή προς την θεότητα. Η σχετική μάθηση και η έρευνα είναι όμοια κατά κάποιο τρόπο με ανάληψη ιερών καθηκόντων και έργο ιερότερο από κάθε θρησκευτική αποχή, από κάθε υπηρεσία στους ναούς…»[9].

Ως μόνη ασφαλής οδός αναζήτησης του Θείου προτείνεται, από τους αρχαίους συγγραφείς, η ελληνική φιλοσοφία – Ορθός Λόγος. Μέσω αυτής ο άνθρωπος καταφέρνει να γνωρίσει τον εαυτό του και έτσι, διδασκόμενος ότι το μέτρο είναι το άριστο σε κάθε περίπτωση, αποφεύγει να είναι οπαδός της υπερβολής και της αλαζονείας. Ένας τέτοιος άνθρωπος είχε τη γνώση και τη δυνατότητα να προσφωνεί το Θείο ως Ει, δηλαδή να είναι μέτοχος της μυητικής σημασίας του γράμματος Έψιλον των Δελφών (προσδιορισμός της φύσεως του όντως Όντος).

Η φιλοσοφία – Ορθός Λόγος οδηγεί στο Θείον και στη θείωση του ανθρώπου: Σε έναν πολιτισμό που στερούνταν θρησκείας αλλά ήταν πλούσιος σε φιλοσοφία και κίνηση ιδεών, η βαθιά ευσέβεια εκφραζόταν μέσα από την επιστημονική έρευνα του Θείου. Κορυφαίοι εκφραστές της ελληνικού τρόπου σκέψης αποφάνθηκαν ότι η μέθοδος που αρμόζει σε ελεύθερους ανθρώπους να αναζητούν, ερευνούν και μελετούν το Θείον είναι μόνο εκείνη της φιλοσοφίας. Ο Πλάτων, χαρακτηριστικά, έχει γράψει ότι θεϊκός μπορεί να θεωρηθεί μόνο εκείνος ο άνθρωπος που έχει τις στοιχειώδεις τουλάχιστον επιστημονικές γνώσεις:

«Ο άνθρωπος είναι ήμερο ζώο, όπως λέμε, κι αν πάρει σωστή ανατροφή και τύχει να έχει έμφυτα χαρίσματα θα γίνει το πιο θείο και ευγενικό πλάσμα της γης. Αν όμως η ανατροφή του είναι μέτρια ή κακή, θα γίνει το πιο άγριο[10]. (…) Ο άνθρωπος βέβαια κάθε άλλο παρά θείος μπορεί να γίνει αν δεν μάθει τους αριθμούς –τα μονά και τα ζυγά γενικά- αν δεν ξέρει να μετρά, αν δεν ξεχωρίζει τις ημέρες και τις νύχτες ή αν αγνοεί την περιστροφή του ήλιου, της σελήνης και των άλλων ουράνιων σωμάτων. Είναι πολύ ανόητο να πιστεύει κανείς ότι, οποιοσδήποτε θέλει να προοδεύσει στα ανώτερα στρώματα της γνώσης, μπορεί να αγνοεί κάποιο απ’ αυτά τα θέματα»[11].

Η γνώση του Θείου και η θείωση του ίδιου του ανθρώπου περνά μέσα από τη γνώση των επιστημών, ισχυρίζεται ο Πλάτων και έτσι δείχνει ότι η αντίληψη που είχαν οι πρόγονοι μας περί του Θείου ήταν εντελώς διαφορετική από εκείνη που μας διδάσκει ο Χριστιανισμός. Όταν, λοιπόν, αναφερόμαστε σε Έλληνες θεούς ας φροντίζουμε να μην τους αναμιγνύουμε με τις αντίστοιχες πεποιθήσεις περί των Χριστιανών αγίων ή ακόμα και με τη μεταφυσική υπόσταση του εβραϊκού θεού, διότι το Θείον των Ελλήνων είναι απόλυτα φυσικό και γίνεται προσιτό μόνο μέσω της αληθινής επιστήμης και της φιλοσοφίας (δηλαδή της Γνώσης).

Ο Σωκράτης μάλιστα δίδαξε, ότι μόνο ο αληθινός φιλόσοφος είναι εκείνος που μπορεί να ενωθεί με το Θείον και την αέναη ευδαιμονία[12], για να σημειώσει με έμφαση:

«Στο γένος των θεών βέβαια δεν είναι θεμιτό να φτάνει κάποιος που δεν φιλοσόφησε και δεν αποχώρησε τελείως αμόλυντος, αλλά μόνον αυτός που αγαπάει τη μάθηση»[13].

Ο Ιουλιανός εξηγώντας πώς δύναται ένας άνθρωπος να μοιάσει στο Θείον, υπογραμμίζει ότι αυτό μπορεί να γίνει κατορθωτό μόνο μέσα από την απόκτηση της ανώτατης γνώσης, σύμφωνα πάντα με τις ανθρώπινες δυνατότητες. Φυσικά αυτό όπως αναφέρει παρακάτω, γίνεται μέσω της φιλοσοφίας:

«Το να μοιάσουμε με τον θεό δεν σημαίνει τίποτ’ άλλο παρά το να αποκτήσουμε την ανώτατη γνώση για τα όντα, στην οποία μπορούν να φτάσουν οι άνθρωποι»[14].

Ο Πλούταρχος θεωρούσε τον Ορθό Λόγο ως τη μόνη ασφαλή οδό για να γνωρίσει ο άνθρωπος το Θείον. Άνθρωπος που αγνοεί τη φιλοσοφία και δεν μετέχει στον Ορθό Λόγο κινδυνεύει να καταλήξει δεισιδαίμων ή από αντίδραση στη δεισιδαιμονία άθεος. Ο αρχιερέας των Δελφών λέει:

«…διότι ορισμένοι τυφλώθηκαν εντελώς και γλίστρησαν προς τη δεισιδαιμονία, ενώ άλλοι, αποφεύγοντας το βούρκο της δεισιδαιμονίας, έπεσαν, χωρίς να το καταλάβουν, στο γκρεμό της αθεΐας.
»Γι’ αυτό πρέπει για τα θέματα τούτα κυρίως να πάρουμε από τη φιλοσοφία το λόγο ως μυσταγωγό και να σκεπτόμαστε με ευλάβεια κάθε τι απ’ όσα λέγονται ή γίνονται στις τελετές, για να μην κάνουμε κι εμείς λάθος…»[15].

Ως μυσταγωγό στις αρχαίες μυητικές τελετές ο Πλούταρχος επικαλείται τον Ορθό Λόγο, ο οποίος διδάσκεται μόνο μέσα από τη φιλοσοφία. Η γνώση του Θείου δηλαδή είναι αντικείμενο που εξετάζεται με τον Ορθό Λόγο.

 Για να μην παρανοηθούν, όμως, τόσο οι αρχαίοι σοφοί όσο και οι ισχυρισμοί μας, οφείλουμε να αποσαφηνίσουμε, ότι όταν ισχυριζόμαστε πως η φιλοσοφία και η επιστημονική γνώση οδηγούν στο Θείον δεν εννοούμε τον στείρο ορθολογισμό των πολύξερων ειδικών που στερούνται πάσης ουσίας σε αυτά που λένε, αλλά εκείνη την αληθινή γνώση που αποκτάται μόνο μέσα από την αρμονία Λόγου και Ενστίκτου, Λογικής και Αίσθησης. Εξάλλου και οι πρόγονοι είχαν σπεύσει να αποσαφηνίσουν τα πράγματα, διότι σε όλες τις εποχές -και στην αρχαιότητα- υπήρχαν πολύξεροι στα συγγράμματα και κενοί στην ψυχή. Ο Ιουλιανός, μνημονεύοντας και το ρητό του Ηράκλειτου, η μόρφωση δεν κάνει τον άνθρωπο, εξηγεί:

«Εγώ πάντως, επειδή θέλω να μιλώ πάντα με σεβασμό για τους θεούς και για όσους πορεύτηκαν τον δρόμο των θεών –όχι μόνο στους Έλληνες αλλά και στους βαρβάρους- υπήρχαν άνθρωποι που πρέσβευαν τούτη τη φιλοσοφία, που είναι, νομίζω, παγκόσμια και απόλυτα φυσική και δεν απαιτεί ιδιαίτερη μελέτη. Φτάνει μόνο να διαλέξεις τα καλύτερα, από αγάπη προς την αρετή και αποστροφή προς το κακό· ούτε χρειάζεται να ανοίξεις χιλιάδες συγγράμματα, επειδή, όπως λένε, ²η μόρφωση δεν κάνει τον άνθρωπο²»[16].

Και ο Αισχύλος είχε γράψει σχετικά:

«Σοφός είναι αυτός που ξέρει χρήσιμα πράγματα, όχι αυτός που ξέρει πολλά»[17].

Εξάλλου, Ορθός Λόγος, δεν σημαίνει μία στείρα και άκαμπτη λογική, αλλά μέθοδος εξέτασης δια μέσου της λογικής και αποδοχή του παράγοντα συναίσθημα ως ίσου και ισοδύναμου κριτηρίου. Αρμονία, δηλαδή:

«…για την άριστη και θειότατη δύναμη που βρίσκεται μέσα μας, που την εννοούμε ως ορθότητα του λόγου, φυσική τελειότητα της λογικής και διάθεση αρμονική με την ψυχή»[18].

Και ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, συμπληρώνει:

«Η σοφία είναι ένα μόνο πράγμα: να γνωρίζεις ότι ο ορθός λόγος κυβερνά τα πάντα μέσα από τις εσωτερικές τους σχέσεις»[19].

Άρα, όταν μιλάμε για επιστήμη και φιλοσοφία ως μόνες οδούς που οδηγούν στο Θείον, εννοούμε τις λέξεις όπως οι πρόγονοι της εννόησαν και όχι όπως μας έρχονται σήμερα στο νου. Μιλάμε για ουσιαστική παιδεία, η οποία βοηθά τον άνθρωπο να ξεφεύγει από τη ζωώδη κατάσταση ώστε να μπορεί να πλησιάσει το Θείον και όχι φυσικά για δολοφόνους λαών ή τρομοκράτες αντίστοιχα που φέρουν όλο περηφάνια διδακτορικά διεθνών πανεπιστημίων. Είναι όντως άλλο πράγμα η παιδεία από την εκπαίδευση. Στην παιδεία υπάρχει ήθος, πράγμα που δεν είναι υποχρεωτικό όταν εκπαιδεύεις. Εξάλλου, κι ένας δολοφόνος ή ένα ζώο εκπαιδεύεται!

Και στο εύλογο ερώτημα που προκύπτει, πως δηλαδή μπορεί να ξεχωρίσει κανείς την πραγματική φιλοσοφία, η οποία οδηγεί τους ανθρώπους στη θείωση, από τους υποτιθέμενους γνώστες και υποτιθέμενους σοφούς που διδάσκουν από εδώ και από εκεί διάφορες «φιλοσοφίες» αποσκοπώντας σε ίδιον όφελος, η απάντηση που μας δίνουν οι πρόγονοι είναι απλή: η πραγματική φιλοσοφία αποσκοπεί στην ευτυχία και στη γνώση του εαυτού μας:

«Η τελική επιδίωξη της Κυνικής φιλοσοφίας, όπως άλλωστε κάθε φιλοσοφίας, είναι η ευτυχία»[20].
«…αν ρωτούσε κάποιος τον σοφό Πλάτωνα: "Τι αξία δίνεις στο γνώθι σαυτόν", ξέρω καλά πως θα απαντούσε: "Την ανώτατη αξία"»[21].
«Για τις αρρώστιες και τα πάθη της ψυχής, όμως, φάρμακο είναι μόνο η φιλοσοφία»[22].
«…και ο πρακτικός βίος, αν χωριστεί από τη φιλοσοφία, είναι άμουσος και πλημμελής»[23].
«<η εξοικείωση με τη φιλοσοφία>μεταβάλλει σε ευχάριστο καθετί καλό. Θα έρθει, άλλωστε, αυτή <η εξοικείωση> χωρίς μεγάλη καθυστέρηση, κομίζοντας άπλετο φως στο αντικείμενο της μάθησης και εμπνέοντας σφοδρό έρωτα για την αρετή»[24].
«Όπως ακριβώς λοιπόν σε κάποια κωμωδία, εκεί που ο ένας ήρωας προτρέπει τον φίλο του στην ατυχία του να δείξει κουράγιο και να αντισταθεί στα χτυπήματα της τύχης, όταν ο άλλος τον ρωτά: "Με ποιο τρόπο;", απαντά: "Με τη φιλοσοφία", έτσι κι εμείς ας τους αντισταθούμε ως άξιοι φιλόσοφοι»[25].

Ο Ορθός Λόγος λοιπόν, ο οποίος αποτελεί όχημα μετάβασης στη θείωση, είναι εκείνος που διδάσκει ευτυχία, το γνώθι σαυτόν και χρήσιμα πράγματα με εφαρμογή στην καθημερινότητα. Επίσης μας μαθαίνει πώς να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά τις ατυχίες, πώς να είμαστε θαρραλέοι σε κάθε περίπτωση αλλά και πώς να συμπεριφερόμαστε με μέτρο και ευσέβεια. Το να κρίνουμε από τους εαυτούς μας αν όντως μάθαμε τα παραπάνω για να πούμε μετά αν εκείνος που μας δίδαξε ήταν σωστός ή λάθος δεν είναι μέθοδος αντικειμενική διότι μπορεί εμείς να είμαστε κακοί δέκτες. Ο μόνος ασφαλής τρόπος για να εξάγουμε συμπέρασμα σχετικά με το ποιος είναι ουσιαστικός φορέας της φιλοσοφίας και ποιος απλά την έχει αποστηθίσει και παριστάνει τον φιλόσοφο είναι να κοιτάξουμε στην προσωπική του ζωή για να δούμε αν έχει ωφεληθεί από τα καλά της φιλοσοφίας.

Εάν τα λόγια δεν επιβεβαιώνονται από τα έργα, τότε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι ο άνθρωπος αυτός δεν έχει σχέση με την ελληνική φιλοσοφία – Ορθό Λόγο και ότι όλα αυτά που διδάσκει για τους θεούς είναι λόγια του αέρα.

Ελληνική αντίληψη περί Θείου και Αστροφυσική: Είπαμε λοιπόν, ότι οι θεωρίες που εξέφρασαν οι πρόγονοι περί του Θείου ήταν φυσικές, δηλαδή στα πλαίσια της επιστήμης της Φυσικής, και ότι το Θείον ερευνάται με τη φιλοσοφία και την επιστήμη (Ορθός Λόγος) -σύμφωνα πάντα με την ελληνική κοσμοθεωρία.

Αν γνωρίσει κανείς τα μυστήρια του σύμπαντος κόσμου και στη συνέχεια μέσα από τη γνώση τους καταφέρει και εναρμονιστεί μαζί τους, τότε θα έχει πετύχει τη θείωση, υποστηρίζει ο Ελληνισμός. Η θείωση εξάλλου μπορεί να θεωρηθεί και ως εναρμόνιση του ανθρώπινου μικρόκοσμου με τον συμπαντικό μακρόκοσμο, κατά τον Πλάτωνα[26].

Ας δώσουμε τώρα ένα παράδειγμα που έχει να κάνει με την καταγωγή του ανθρώπου. Οι αρχαίοι Έλληνες υποστήριζαν ότι άνθρωποι θνητοί και θεοί, την ίδια έχουνε καταγωγή. Τι άραγε ήθελαν να πουν με αυτό το αινιγματικό «δόγμα» οι πρόγονοι; Ας αποσαφηνίσουμε πρώτα, ότι όταν οι Έλληνες μίλαγαν για ουράνιους θεούς (και όχι για το Θείον) πολλές φορές εννοούσαν τα ουράνια σώματα, αστέρες και πλανήτες. Κρατώντας σοβαρά υπ’ όψιν μας αυτή την πληροφορία ας επιχειρήσουμε να λύσουμε τον γρίφο. Ξεκινάμε, πρώτα από τα αρχαία αποσπάσματα:

«Αν όμως θέλεις, και κάποιον άλλο μύθο θα σου διηγηθώ συνοπτικά, με τρόπο όμορφο και στοχατικό· κι εσύ αυτόν βάλε τον μέσα στο μυαλό σου. Θεοί και άνθρωποι θνητοί την ίδια έχουνε καταγωγή»[27].

Με τους στίχους αυτούς του Ησιόδου, δείχνει να συμφωνεί και ο Πίνδαρος:

«Κοινό των ανθρώπων και των θεών το γένος. Και οι δύο, από την ίδια μητέρα έχουμε πάρει πνοή. Μας χωρίζει όμως μεταξύ μας η υπέρτατη δύναμη διαχωρισμού, επειδή (οι άνθρωποι) δεν είμαστε τίποτα, ενώ ο χάλκινος ουρανός παραμένει στους αιώνες ασφαλής κατοικία. Όμως  κάτι έχουμε κοινό με τους αθανάτους, τελείως ή σε μεγάλο βαθμό, στον νου ή στην φύση, έστω αν και δεν γνωρίζουμε ούτε την ημέρα, ούτε την νύχτα που η μοίρα έγραψε να φτάσουμε στο τέρμα»[28].

Επίσης, οι λεγόμενες ορφικές πινακίδες αναφέρουν σχετικά με την καταγωγή του ανθρώπου:

«Είπα: Γιος της Γαίας είμαι και του έναστρου Ουρανού»[29].
«Να πεις: Παιδί της γης είμαι και του έναστρου ουρανού. Ναι το γένος μου ουράνιο είναι, το ξέρετε και εσείς»[30].
«Ποιος είσαι και από που; Γιος της γης είμαι και του έναστρου ουρανού»[31].

Κάτι τέτοιες αναφορές στάθηκαν αφορμή για ορισμένους μελετητές να υποθέσουν κατά καιρούς διάφορα ευφάνταστα σενάρια επιστημονικής φαντασίας. Ωστόσο, και αφού αγνοήσουμε τις αναπόδεικτες θεωρίες της αγοράς περί διαγαλαξιακών συγκρούσεων, πρόσφατα η επιστήμη της Αστροφυσικής έδειξε ότι οι παραπάνω ισχυρισμοί έχουν λογική βάση και απηχούν σε κοσμολογικά γεγονότα, άσχετα βεβαίως με τον κινηματογραφικό «πόλεμο των άστρων» αλλά απόλυτα σχετικά με τα αρχαία ελληνικά κείμενα.

Οι στίχοι του Ησίοδου και του Πίνδαρου ξέρουμε ότι απηχούν πεποίθηση της αρχαιότητας. Επίσης υποπτευόμαστε ότι οι ορφικές πινακίδες έχουν να κάνουν με μυητικές τελετές των Ορφικών. Δηλαδή, η άποψη ότι ο άνθρωπος έχει καταγωγή ουράνια και μάλιστα από τον έναστρο ουρανό, δηλαδή το σύμπαν, αποτελούσε σημαντική διδασκαλία των ελληνικών μυητικών απόψεων περί Θείου, σε συνδυασμό με το ότι, άνθρωποι και ουράνιοι θεοί (άστρα) έχουν κοινή καταγωγή. Έκπληκτοι, λοιπόν, πληροφορούμαστε από τα τελευταία πορίσματα της Αστροφυσικής, ότι:

«Σήμερα γνωρίζουμε ότι όλα τα χημικά στοιχεία, εκτός από το υδρογόνο και το ήλιο, δημιουργήθηκαν στους πυρήνες των αστέρων και διασκορπίστηκαν στο Διάστημα κατά τις εκρήξεις των υπερκαινοφανών. Επομένως η εμφάνιση της ζωής στη Γη με τη μορφή που ξέρουμε σήμερα, δηλαδή χημικές ενώσεις του άνθρακα, του αζώτου και του οξυγόνου, οφείλεται στη διασπορά αυτών των στοιχείων στο Διάστημα από τις εκρήξεις των υπερκαινοφανών. Όσο και αν μας φαίνεται απίστευτο, είμαστε φτιαγμένοι από τη στάχτη των αστεριών!»[32].

Ούτε λίγο, ούτε πολύ, δηλαδή, η επιστήμη μας λέει ότι οι άνθρωποι είμαστε φτιαγμένοι από την στάχτη των αστεριών (ουράνια καταγωγή) και ότι στην ουσία αποτελούμε κοινή ύλη με τα άστρα (θεούς). Αυτό το ενδεικτικό παράδειγμα (θα μπορούσαμε να παραθέσουμε κι άλλα πολλά εδώ) είναι η καλύτερη απόδειξη στον ισχυρισμό των προγόνων που υιοθετούμε, ότι δηλαδή με φιλοσοφία και επιστήμη ερευνά η ελληνική σκέψη το Θείον και όχι με μεταφυσικά ακατανόητα. Να πούμε απλά εδώ, ότι εν προκειμένω δεχτήκαμε μία άποψη περί θεών της αρχαιότητας, ότι δηλαδή ως ουράνιοι θεοί θεωρούνταν οι αστέρες και οι πλανήτες. Σαφώς και υπήρχε πλήθος άλλων απόψεων που έδινε στους θεούς άλλες φύσεις, ωστόσο πάντα με την προϋπόθεση της αθανασίας αυτών που θεωρούνταν και αποκαλούνταν θεοί και συνθέτανε στο σύνολο του το Ενιαίο Θείον.

Κανένα θεόπνευστο δόγμα στους Έλληνες: Εφόσον λοιπόν μέχρι στιγμής έχουμε δείξει επαρκώς ότι οι ελληνικές πεποιθήσεις περί του Θείου και των θεών δεν έχουν να κάνουν με θρησκείες, δεισιδαιμονίες, μεταφυσικές και δόγματα και δείξαμε επίσης τις πιθανές αντιστοιχίες με τη σύγχρονη επιστήμη, απομένει να μιλήσουμε για την άρνηση του θεόπνευστου στις απόψεις τους περί του Θείου.

Πριν όμως, να πούμε πως η άρνηση των Ελλήνων να δεχτούν ή να επινοήσουν θεόπνευστα κείμενα και εξ αποκαλύψεως αλήθειες δεν οφείλεται στο γεγονός ότι δεν ήταν ο «εκλεκτός λαός του θεού», αλλά στο ότι οι άνθρωποι εκείνοι είχαν εμπιστοσύνη πρώτα στην ανθρώπινη σκέψη και στην επιστήμη. Πολλές φορές μάλιστα τολμούσαν και θεοποιούσαν την ίδια την επιστήμη θεωρώντας τη θείο δώρο[33], ή θεοποιούσαν μεγάλους επιστήμονες, όπως ο Ασκληπιός και μέσω αυτού φυσικά την Ιατρική. Επίσης δεν είχαν κανένα πρόβλημα να ανακηρύξουν σε θεό και τον Δήμο των Αθηναίων, διότι σε έναν κόσμο γεμάτο ποίηση και ιδέες, ο δήμος ως στυλοβάτης της δημοκρατίας ήταν ιερός και απολάμβανε θεϊκές τιμές.

Ωστόσο, είχαν βαθύτατη γνώση των πράξεων τους και όταν θεοποιούσαν ιδέες και αξίες του πολιτισμού τους, γνώριζαν πως το Θείον (ή μέγιστος θεός) διέφερε από το υπόλοιπο πάνθεο τους. Γνώριζαν ότι το αληθινό Θείον ήταν Ένα και ότι όλα τα άλλα ήταν εκφράσεις του Ενός. Ο Ξενοφάνης χαρακτηριστικά έχει γράψει, αν και δεν είναι ο μόνος από τους σοφούς της αρχαιότητας που το είπε:

«Ένας θεός μοναδικός, ο πιο τρανός και στους θεούς και στους ανθρώπους, ούτε όμοιος στο κορμί με τους θνητούς, ούτε στη σκέψη»[34].

Οι Έλληνες επίσης δεν πίστευαν σε απόψεις περί «εκλεκτών λαών του θεού». Οι Έλληνες θεωρούσαν εκλεκτούς και άξιους μόνο εκείνους τους ανθρώπους και τους λαούς που συνεισφέρανε στον πολιτισμό, αν και τους ξεπέρασαν όλους όπως απέδειξε η ιστορία, διότι μόνο οι Έλληνες τόλμησαν και ασχολήθηκαν, ουσιαστικά και σφαιρικά, με την ελευθερία του ανθρώπου.

Ένας άνθρωπος όμως, δεν μπορεί να είναι ελεύθερος ποτέ αν έχει ως πιστεύω, ότι το θρησκευτικό δόγμα στο οποίο υπακούει είναι θεόπνευστο, άρα νόμος Του· και επίσης όταν πιστεύει ότι οι παραβάτες των θεϊκών εντολών όχι απλά (και ίσως δικαίως καμιά φορά) τιμωρούνται, αλλά να θεωρεί έντρομος ότι πηγαίνοντας ενάντια στο μέγιστο μέγεθος που μπορεί να χωρέσει ο ανθρώπινος νους (στον Θεό δηλαδή) κινδυνεύει να καταλήξει στην αιώνια φρίκη! Ποιος δυστυχής θνητός, απλοϊκός και αμαθής, τολμά να παρακούσει αφού θα καταδικαστεί στην αιώνια φρίκη; Και πόσο άραγε ισχυρό και ακατανίκητο όπλο είναι στα χέρια των ανθρώπινων ιερατείων ο «φόβος του Θεού» και η ρομφαία Του που τιμωρεί εξ ουρανού τους παραβάτες του θεϊκού Του νόμου;

Όταν μιλάμε για θεόπνευστα κείμενα και ιερά βιβλία θρησκειών, στην ουσία αναφερόμαστε σε κανόνες συμπεριφοράς, σε νομοθεσίες, που ορίζουν τον τρόπο ζωής μίας κοινωνίας. Οι ανατολικοί λαοί θεωρούσαν ότι οι νόμοι αυτοί προέρχονταν απευθείας από το Θείον και ως τέτοιοι έπρεπε να τηρηθούν πιστά. Στην αρχαιότητα ήταν σύνηθες φαινόμενο -και στους Έλληνες- οι νόμοι να θεωρούνται εμπνευσμένοι από κάποιον θεό. Οι Εβραίοι ωστόσο πρωτοτύπησαν, ισχυριζόμενοι ότι οι νόμοι ήταν γραμμένοι από το ίδιο το χέρι του Γιαχβέ. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης λέει:

«Τώρα πρέπει να μιλήσουμε για τους νομοθέτες της Αιγύπτου που έδωσαν τα τόσο ιδιαίτερα και παράδοξα θέσμια. Μετά την πρώτη εγκατάσταση των ανθρώπων στην Αίγυπτο, που σύμφωνα με τη μυθολογία έγινε την εποχή των θεών και των ηρώων, ο πρώτος, λένε, που έπεισε τον λαό να χρησιμοποιήσει γραπτούς νόμους ήταν ο Μνεύης, άνδρας όχι μόνο μεγαλόψυχος αλλά και ο πιο αφοσιωμένος στο καλό της κοινωνίας απ’ όλους τους νομοθέτες που μνημονεύονται. Αυτός λοιπόν προσποιήθηκε πως του έδωσε τους νόμους ο Ερμής, με τη διαβεβαίωση πως θα φέρουν μεγάλα καλά στη ζωή των ανθρώπων, όπως ακριβώς έκανε, λένε, στους Έλληνες ο Μίνωας στην Κρήτη και ο Λυκούργος στους Λακεδαιμόνιους, που ο ένας είπε ότι πήρε τους νόμους από τον Δία και ο άλλος από τον Απόλλωνα. Τούτο το είδος επινόησης παραδίδεται ότι χρησιμοποιήθηκε και σε πολλούς άλλους λαούς και στάθηκε αίτιο πολλών αγαθών σε όσους το πίστεψαν. Στους κατοίκους της Αριανής ιστορείται πως ο Ζαθραύστης προσποιήθηκε ότι του έδωσε τους νόμους το Καλό Πνεύμα, στους ονομαζόμενους Γέτες, που θεωρούν τους εαυτούς τους αθάνατους, ο Ζάλμοξις έκανε το ίδιο λέγοντας ότι πήρε τους νόμους από τη θεά Εστία, ενώ στους Ιουδαίους απέδωσε τους νόμους του στο θεό που λεγόταν Ιαώς, κι αυτό το έκαναν όλοι επειδή πίστευαν πως μια σύλληψη που θα ωφελούσε την ανθρωπότητα ήταν αξιοθαύμαστη και θεϊκή είτε επειδή έκριναν πως ο απλός λαός θα υπάκουε με μεγαλύτερη προθυμία σε νόμους που υπαγορεύτηκαν από θεούς με υπεροχή και δύναμη»[35].

Σύνηθες λοιπόν το φαινόμενο οι πανάρχαιοι νομοθέτες να εμφανίζονται στο λαό ως φορείς θεϊκών εντολών και έτσι να καταφέρνουν με σχετική ευκολία την επιβολή των νόμων τους, οι οποίοι διαφορετικά δύσκολα θα γίνονταν αποδεκτοί. Και ο Πλούταρχος παραδέχεται ότι οι κυρίαρχες μεταξύ του λαού πεποιθήσεις περί των θεών, οφείλονταν στους νομοθέτες και τους ποιητές, επειδή στην Ελλάδα και οι ποιητές όπως ο Όμηρος, ο Ησίοδος και ο Ορφέας και αργότερα οι τραγικοί είχαν συμβάλει με τους στίχους τους στη διαμόρφωση της λαϊκής θρησκευτικότητας:

«έτσι οι ποιητές, οι νομοθέτες και οι φιλόσοφοι υπήρξαν ασφαλώς οι καθοδηγητές και οι δάσκαλοι μας σε αυτά που γνωρίζουμε και πιστεύουμε για τους θεούς»[36].

Στο απόσπασμα του Πλουτάρχου που μόλις διαβάσαμε, βλέπουμε να αναφέρει και τους φιλοσόφους, μεταξύ νομοθετών και ποιητών, ως ακόμη μία ομάδα ανθρώπων που παράγει ιδέες και απόψεις περί του Θείου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι από τη στιγμή που η ελληνική φιλοσοφία εκφράζεται ανοιχτά πολλές από τις απόψεις που είχαν διατυπώσει οι νομοθέτες και οι ποιητές παλαιότερα αμφισβητήθηκαν και θεωρήθηκαν παιδικά παραμύθια, άλλες δε απομυθοποιήθηκαν και στερήθηκαν εντελώς από τον ισχυρισμό της θεϊκής έμπνευσης, καταγγέλθηκαν δε ως ανθρώπινες εμπνεύσεις. Γι’ αυτό και ο Πλούταρχος φανερώνει τη διάσταση απόψεων που υπήρχε μεταξύ της φιλοσοφίας και των απλοϊκών πεποιθήσεων του λαού, όπως αυτές είχαν καλλιεργηθεί από ποιητές και νομοθέτες:

«Από την άλλη μεριά, όταν οι φιλόσοφοι θεοποιούν κάποιες ιδέες, αριθμούς, μονάδες και πνεύματα, οι ποιητές και οι νομοθέτες δεν έχουν την υπομονή να τους ακούσουν, ούτε και μπορούν να καταλάβουν τι εννοούν»[37].

Οι Έλληνες συνειδητοποίησαν μέσω της φιλοσοφίας ήδη από τον 7ο αιώνα π.Χ. ότι πολλά από αυτά που λέγονταν για τους θεούς ήταν πράγματα αστεία. Για παράδειγμα ο Όμηρος, εξαιτίας των ανθρώπινων ιδιοτήτων που είχε δώσει στους θεούς, βρέθηκε στο στόχαστρο των προσωκρατικών όπως του Ηράκλειτου και του Ξενοφάνη. Ο πρώτος δε εκφράστηκε με πολύ σκληρές εκφράσεις κατά του εθνικού μας επικού ποιητή εξαιτίας του υπερβολικού ανθρωπομορφισμού που είχε προσδώσει στους θεούς. Και ας μην λησμονούμε, ότι ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος ήταν βαθύτατα μυημένος και έφερε κληρονομικά το αξίωμα του ιερέα. Είχε γράψει για τον Όμηρο:

«Στον Όμηρο αξίζει ν’ αποβληθεί από τους ποιητικούς αγώνες και να ραπιστεί»[38].

Ο Ξενοφάνης πάλι, έγραψε:

«Όμηρος και Ησίοδος τους θεούς κατηγόρησαν
μ’ όλα όσα στους ανθρώπους ντροπές είναι και ψόγος,
πως κλέβουνε, μοιχεύουν και απατούν ο ένας τον άλλο[39]».

Αλλά και ο Πλάτων, θεωρεί τον γνωστό μύθο σχετικά με τον έρωτα Δία και Γανυμήδη ως προϊόν της αρρωστημένης φαντασίας κάποιων Κρητικών:

«Όλοι κατηγορούμε τους Κρητικούς ότι έπλασαν το μύθο του Γανυμήδη. Ήταν τόσο σίγουροι ότι οι νόμοι τους προήλθαν από τον Δία, ώστε τον φόρτωσαν μ’ αυτό το μύθο για να έχουν ένα θεϊκό παράδειγμα, όταν ήθελαν να απολαμβάνουν και αυτό το είδος της ηδονής»[40].

Επίσης ο Πλάτων δεν χάνει και αυτός με τη σειρά του ευκαιρία να τα βάλει με τους ποιητές που έδωσαν ανθρώπινες αδυναμίες στο Θείο:

«Η κλοπή χρημάτων είναι απαράδεκτη και η ληστεία είναι επονείδιστη. Οι γιοι του Δία δεν αγαπούν αυτές τις πράξεις και ποτέ δεν έκαναν τη μία ή την άλλη. Κανείς δεν πρέπει να ξεγελιέται από τους ποιητές και μερικούς άλλους μυθομανείς, που υποστηρίζουν, πως όποιος κλέβει ή αρπάζει δεν κάνει κακή πράξη, αφού το ίδιο έκαναν και οι θεοί. Αυτά δεν είναι ούτε αληθινά ούτε λογικά και όποιος παραβαίνει το νόμο με τέτοιες ενέργειες δεν μπορεί να είναι θεός ή παιδί θεού»[41].

Επίσης και ο Ευριπίδης διδάσκει, την ανθρώπινη συνήθεια να χρεώνεται το Θείο ανθρώπινες αδυναμίες, ακόμα και εγκλήματα:

«θεωρώ ότι στη θεά χρεώνουν την <ανθρώπινη> φαυλότητα, γιατί κανείς από τους θεούς δεν είναι κακός[42]».

Οι Έλληνες λοιπόν συνειδητοποίησαν από νωρίς, ότι δεν υπάρχει θεόπνευστο δόγμα, αντιθέτως παραδέχτηκαν ότι οι απόψεις και οι πεποιθήσεις περί του Θείου ήταν προϊόντα της ανθρώπινης σκέψης και διάνοιας. Όταν μάλιστα η φιλοσοφική σκέψη ανδρώθηκε δεν δίστασε να αμφισβητήσει όλες τις προγενέστερες αντιλήψεις και να εισάγει νέες ιδέες διαποτισμένες από την επιστήμη και τον Ορθό Λόγο. Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν θα ήταν εφικτό αν εξαρχής οι Έλληνες φιλόσοφοι είχαν απέναντι τους ένα πανίσχυρο ιερατείο οπλισμένο με εξ αποκαλύψεως θεολογίες, το οποίο θα απαγόρευε κάθε αμφισβήτηση. Επειδή ακριβώς όμως κάτι τέτοιο δεν υπήρχε και οι ελληνικές κοινωνίες ήταν ανοιχτές και εξελίξιμες έγινε κατορθωτό να γεννηθούν οι επιστήμες μόνο στην αρχαία Ελλάδα, όπου η ανθρώπινη διανόηση δεν καταδυναστευόταν από τη θεολογία και τα ιερατεία.

Μάλιστα, η ελληνική παιδεία ήταν κάτι σαν εμπρηστικός μηχανισμός στα θεμέλια της κάθε θεοκρατίας. Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης αναφέρει ένα περιστατικό με πρωταγωνιστή των βασιλιά των Αιθιόπων, ο οποίος κατάφερε και αποδεσμεύτηκε από τα δεσμά του ιερατείου που κρατούσαν υποταγμένο αυτόν και τον λαό του, μόνο αφού έγινε κοινωνός της ελληνικής φιλοσοφίας:

«Έτσι, λοιπόν, κατά τα αρχαία χρόνια, υπάκουαν οι βασιλιάδες στους ιερείς, όχι αναγκασμένοι από όπλα ή βία αλλά από αυτήν ακριβώς τη δεισιδαιμονία που επικρατούσε στους λογισμούς τους. Κατά τη βασιλεία όμως του δεύτερου Πτολεμαίου, ο βασιλιάς των Αιθιόπων, Εργαμένης, έχοντας λάβει ελληνική αγωγή κι έχοντας σπουδάσει φιλοσοφία, πρώτος πήρε το θάρρος να περιφρονήσει το πρόσταγμα. Πήρε, λοιπόν, απόφαση αντάξια της βασιλείας και μπήκε με στρατιώτες στο άβατο, όπου βρισκόταν ο χρυσός των Αιθιόπων, έσφαξε όλους τους ιερείς και καταλύοντας τούτη τη συνήθεια κυβέρνησε σύμφωνα με τις δικές του αποφάσεις»[43].

Το παραπάνω απόσπασμα είναι μία αδιαμφισβήτητη απόδειξη, ότι η ελληνική φιλοσοφία δεν ανεχόταν σε καμία περίπτωση ανεξέλεγκτα ιερατεία που επικαλούνταν θεόπνευστες εξ αποκαλύψεως δοξασίες· σοφό είναι και αληθινό όσοι ασχολούνται με τον Ελληνισμό να αποφεύγουν να προσδίδουν στην ελληνική αντίληψη περί Θείου τέτοια χαρακτηριστικά, βλέποντας δόγματα και θεολογίες εκεί που δεν υπάρχουν.
 
Ο Ελληνισμός δεν είναι ειδωλολατρία ή παγανισμός: Επειδή οι πολέμιοι της κοσμοθεωρίας του Ελληνισμού στερούνται παντελώς λογικών, φιλοσοφικών και πάσης άλλης φύσεως αποτελεσματικών επιχειρημάτων ώστε να την αντιμετωπίσουν κατά μέτωπο με διάλογο και αποδείξεις, φρόντισαν επιμελώς τους τελευταίους 16 αιώνες να κατασυκοφαντήσουν τους προγόνους μας ως ειδωλολάτρες και παγανιστές.

Ωστόσο, όποιος γνωρίζει τα αρχαία κείμενα ξέρει πολύ καλά ότι οι Έλληνες ουδέποτε υπήρξαν ειδωλολάτρες ή παγανιστές. Και είναι απορίας άξιον πώς δύναται ο πολιτισμός που γέννησε τις επιστήμες, τη φιλοσοφία και την έννοια της ελευθερίας να διακατέχονταν από μία πρωτόγονη και απλοϊκή θρησκευτικότητα, όμοια με εκείνη που μπορούμε να συναντήσουμε σε άγριους και απολίτιστους λαούς. Εξάλλου αν θεωρήσουμε ως πλανεμένο ειδωλολάτρη τον Αρίσταρχο που πρώτος διατύπωσε την ηλιοκεντρική θεωρία, τον απόστολο Παύλο που θεωρούσε τη γη επίπεδη με ποια λογική τον θεωρούμε θεόπνευστο και φορέα της αλήθειας; Τα επιστημονικά και φιλοσοφικά επιτεύγματα των προγόνων μας είναι η καλύτερη απόδειξη ότι δεν ήταν ούτε πλανεμένοι, ούτε ειδωλολάτρες και αυτό ως απάντηση και επιχείρημα ίσως σε κάποιους να είναι αρκετό.

Ωστόσο, κάποιος που αγνοεί την αρχαία ελληνική γραμματεία μπορεί να απορήσει και να πει: «Μα πως δεν ήταν ειδωλολάτρες; Αφού έφτιαχναν αγάλματα θεών που τα λάτρευαν». Σε μία τόσο απλοϊκή θέση κάποιος άλλος θα απαντούσε πως και οι Χριστιανοί λατρεύουν τις εικόνες των αγίων της Παναγίας και του Χριστού οι δε Ρωμαιοκαθολικοί φτιάχνουν και αγάλματα από πέτρα ή μέταλλο, οπότε γιατί να μην είναι και αυτοί άλλο τόσο ειδωλολάτρες; Η επίσημη θέση της Εκκλησίας στο ζήτημα, όπως διαμορφώθηκε στη Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο, είναι ότι: «ο προσκυνών την εικόνα, προσκυνεί εν αυτή του εγγραφομένου την υπόστασιν»[44]. Άρα, οι Χριστιανοί δεν θεωρούνται ειδωλολάτρες γιατί αν και χρησιμοποιούν είδωλα δεν λατρεύουν αυτά αλλά το θείο πρόσωπο το οποίο απεικονίζουν. Δηλαδή, μέσω της εικόνας αποδίδεται λατρεία στο Θείον και όχι στην εικόνα αυτή καθ’ αυτή.

Ας δούμε τώρα ποιες πεποιθήσεις είχαν οι πρόγονοι μας σχετικά με τα αγάλματα των θεών και των ηρώων, κρατώντας πάντα στη μνήμη μας τι ισχυρίζεται αντιστοίχως και ο Χριστιανισμός ώστε να μην θεωρείται ειδωλολατρική θρησκεία:

«Απ’ τα παλιά χρόνια υπάρχουν δύο ειδών νόμοι σχετικά με τους θεούς. Άλλους απ’ αυτούς τους βλέπουμε καθαρά και σε άλλους φτιάχνουμε αγάλματα, που τους μοιάζουν, ώστε η λατρεία αυτών των άψυχων αντικειμένων να μας δίνει την εύνοια και τη χάρη των ζωντανών θεών»[45], Πλάτων.

«Αυτοί οι ζωντανοί βωμοί, οι πρόγονοι[46], είναι πολύ ανώτεροι από τα άψυχα αγάλματα, γιατί ενώνουν μαζί μας τις ευχές τους εφόσον τους τιμάμε ή μας καταριούνται, όταν τους περιφρονούμε. Τα άψυχα δεν κάνουν ούτε το ένα ούτε το άλλο»[47],Πλάτων.

«Όπως ακριβώς από τους Έλληνες εκείνοι που δεν έμαθαν και δεν συνήθισαν να αποκαλούν τα χάλκινα, ζωγραφιστά και πέτρινα αντικείμενα αγάλματα που τιμούν τους θεούς, αλλά τα ονομάζουν θεούς, και τολμούν έπειτα να λένε πως ο Λάχαρις έγδυσε την Αθηνά, ο Διονύσιος κούρεψε τις χρυσές μπούκλες του Απόλλωνα, και ο Δίας ο Καπετώλιος στον εμφύλιο πόλεμο πήρε φωτιά και καταστράφηκε, χωρίς να το καταλάβουν, παρασύρονται και ασπάζονται γνώμες αναληθείς, που πηγάζουν από τις λέξεις»[48], Πλούταρχος.

«Μετά δίνουν πίστη στους τεχνίτες του χαλκού, της πέτρας και του κεριού, που κάνουν τις απεικονίσεις των θεών ανθρωπομορφικές»[49]. Πλούταρχος.

Τα παραπάνω αποσπάσματα γράφτηκαν από δύο φιλοσόφους που αγνοούσαν τον Χριστιανισμό, τον Πλάτωνα και τον Πλούταρχο. Ο δεύτερος δε όπως αναφέραμε ήταν και ιερέας του Απόλλωνα. Άρα τα λόγια τους, δίχως να έχουν διάθεση απολογητική απέναντι σε κάποια άλλη θρησκευτική λατρεία, δείχνουν το πώς αντιμετώπιζαν οι Έλληνες τα αγάλματα, δηλαδή ως έργα που τιμούν τους θεούς και όχι ως θεούς τα ίδια. Την ακριβώς ίδια θέση θα πάρουν και οι εικονολάτρες Χριστιανοί στην Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδο -όπως ήδη δείξαμε- μετά την ήττα των εικονομάχων. Άρα, γιατί να θεωρούνται οι αρχαίοι Έλληνες ειδωλολάτρες, όταν οι απόψεις τους περί αγαλμάτων υιοθετήθηκαν και από τους Χριστιανούς σε ό,τι αφορά τις εικόνες τους;

Επίσης, όπως σήμερα κάποιες εικόνες θεωρούνται θαυματουργές από τον λαό, έτσι και στην αρχαιότητα ο λαός απέδιδε σε ορισμένα αγάλματα αντίστοιχες ιδιότητες. Ο Πλούταρχος παίρνει την εξής θέση στο ζήτημα:

«Ο Βόηθος τότε είπε: "Ναι. Δεν αρκεί να φυλακίζει κανείς τον θεό μία φορά κάθε μήνα σε σώμα θνητό, αλλά θα τον ανακατέψουμε σε κάθε πέτρα, σε κάθε χάλκινο αντικείμενο, λες και δεν αποτελούν για εμάς αιτίες παρόμοιων συμπτώσεων η τύχη και το αυτόματο"»[50].

Συνήθως στις απλοϊκές αντιλήψεις του λαού υπάρχει η πεποίθηση ότι μία εικόνα εκτός από θαυματουργή έχει και θεία χάρη και έτσι ο λαός διαπράττει ειδωλολατρία ανεξάρτητα από τις επίσημες θέσεις του Χριστιανισμού. Το ίδιο συνέβαινε και στην αρχαιότητα. Ενώ οι ιερείς και οι φιλόσοφοι εξηγούσαν ότι τίποτα ιδιαίτερο δεν υπάρχει στα αγάλματα, ίσως εκτός από το ότι είναι θαυμαστά έργα τέχνης, οι απλοί άνθρωποι τα αντιμετώπιζαν ως να ήταν θεοί τα ίδια, όπως και σήμερα κάνουν πολλοί με τις εικόνες. Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, προσωκρατικός φιλόσοφος και κάτοχος κληρονομικού ιερατικού αξιώματος, έχει γράψει:

«Κι όταν πάλι προσεύχονται στα αγάλματα, είναι σαν να μιλούν στα ντουβάρια, έχοντας πλήρη άγνοια της πραγματικής φύσης των θεών και των ηρώων»[51].

Οι Έλληνες έδιναν στους θεούς τους ανθρώπινη μορφή, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια του Θείου. Ωστόσο ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος εξηγεί που οφείλεται αυτό:

«Μα αν είχαν χέρια τα βόδια, τα άλογα ή τα λιοντάρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν με τα χέρια τους και να πλάσσουν όπως οι άνθρωποι έργα, τα άλογα σαν των αλόγων και τα βόδια σαν των βοδιών των θεών τους τη μορφή θα ζωγράφιζαν και τα κορμιά τέτοια ακριβώς θα έφτιαχναν όπως αυτά τα ίδια είναι στο σώμα»[52].

Το ότι είναι θεμιτό ο άνθρωπος να δίνει ανθρώπινη μορφή και εικόνα στο Θείο το αποδέχεται και ο Χριστιανισμός:

«…να ζωγραφίζεται ο Χριστός, ως άνθρωπος τέλειος, κατά τον ανθρώπινο χαρακτήρα, ίνα δια του ανθρωπίνου είδους ερχόμεθα εις ενθύμησιν της εν σαρκί πολιτείας αυτού…»[53].

Βλέπουμε λοιπόν, ότι αν και ο Χριστιανισμός υιοθέτησε πλήρως τις ελληνικές αντιλήψεις περί των αγαλμάτων και των εικόνων που αναπαριστούν ή εικονίζουν το Θείον και τις ενέταξε στη λατρεία του όπως ακριβώς έκαναν και οι Έλληνες με τα αγάλματα των θεών τους, σήμερα από άγνοια και μεροληψία κάποιοι κατηγορούν τους Έλληνες ως ειδωλολάτρες ενώ από ό,τι φάνηκε δεν ήταν τέτοιοι. Γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, πρέπει να θεωρήσουμε και τους Χριστιανούς ειδωλολάτρες.

Στην πραγματικότητα, αυτό που ονομάζουμε ειδωλολατρία, δεν έχει να κάνει ούτε με τον Ελληνισμό ούτε με τον Χριστιανισμό αλλά με τη δεισιδαιμονία. Οι απλοϊκοί άνθρωποι που έχουν ανάγκη μίας απλοϊκής λατρευτικής έκφρασης είναι εκείνοι που αποδίδουν σε αγάλματα ή εικόνες τιμές που αρμόζουν μόνο στο Θείον. Οι αρχαίοι Έλληνες μύστες και φιλόσοφοι το είχαν κατανοήσει αυτό και απλά φρόντισαν να το εκπολιτίσουν βάζοντας στη θέση των ξόανων και της ανοησίας αξεπέραστα έργα τέχνης μετατρέποντας έτσι μία ανθρώπινη αδυναμία σε ύψιστη έκφραση ανθρώπινης ποίησης (δημιουργίας). Τα ελληνικά αγάλματα παραμένουν ακόμα και σήμερα αξεπέραστα έργα τέχνης στα οποία στεκόμαστε με δέος όταν τα αντικρίζουμε θαυμάζοντας την απαράμιλλη στους αιώνες τελειότητα.

Όταν πρωτοεμφανίστηκε ο Χριστιανισμός -επηρεασμένος από την ιουδαϊκή θρησκεία και αισθητική η οποία καταδίκαζε τη γλυπτική και τη ζωγραφική σε όλες τις μορφές, πόσο μάλλον σε ότι αφορά το Θείον- έβαλε και κατά των ελληνικών αγαλμάτων αποκαλώντας τα είδωλα και τους Έλληνες ειδωλολάτρες. Η εν λόγω προπαγάνδα εξόργιζε τους Έλληνες και τους Ελληνίζοντες που ένιωθαν να κατασυκοφαντούνται από ανθρώπους που αρνούνταν να κατανοήσουν το μέγεθος του πολιτισμού και τη σημασία των Καλών Τεχνών. Έτσι, από νωρίς, οι απαντήσεις που δόθηκαν από την ελληνική πλευρά στους Χριστιανούς, ήταν:

«Δεν υπάρχει τίποτα το καινούργιο ή σπουδαίο στην ηθική τους <εννοεί: των Χριστιανών> διδασκαλία, που αν την συγκρίνει κανείς με άλλες φιλοσοφίες δεν θα την βρει καθόλου πρωτότυπη. Λόγου χάριν η αποστροφή τους προς ό,τι θεωρούν ειδωλολατρία. Το ότι δεν είναι λογικό, αντικείμενα που έχουν φτιαχτεί από ανθρώπινα χέρια να τα θεωρεί κανείς θεούς μιας και πρόκειται για κατασκευάσματα φαύλων και πολλές φορές άδικων ανθρώπων, το πίστευαν και οι Πέρσες, όπως μας ιστορεί ο Ηρόδοτος. Αλλά κι ο Ηράκλειτος λέει, "όσοι λατρεύουν τα άψυχα για θεούς δεν διαφέρουν από κάποιον που πιάνει κουβέντα με τα ντουβάρια"»[54], Κέλσος.

«Όταν λοιπόν αντικρίζουμε τα αγάλματα των θεών, ας μην τα βλέπουμε σαν σκέτες πέτρες ή ξύλα, αλλά ούτε να θεωρούμε πως είναι οι ίδιοι θεοί. Βέβαια και τις εικόνες των βασιλιάδων δεν τις λέμε ξύλο και πέτρα και χαλκό αλλά ούτε και τους βασιλιάδες –εικόνες των βασιλιάδων τις λέμε. Όποιος λοιπόν αγαπά το βασιλιά, βλέπει με ευχαρίστηση την εικόνα του, όπως και όποιος αγαπά το παιδί του βλέπει μ’ ευχαρίστηση την εικόνα του παιδιού και όποιος αγαπά τον πατέρα του, την εικόνα του πατέρα· όποιος λοιπόν είναι φιλόθεος αντικρίζει με ευχαρίστηση τα αγάλματα και τις εικόνες των θεών, νιώθοντας την ίδια στιγμή σεβασμό και ρίγος καθώς τον βλέπουν, αόρατοι, οι θεοί. Αν τώρα κάποιος νομίζει πως αυτά τα αγάλματα δεν μπορούν να καταστραφούν επειδή κάποτε ονομάστηκαν εικόνες των θεών, θα τον θεωρήσω εντελώς άμυαλο· γιατί θα’ πρεπε τότε να μην είχαν φτιαχτεί από ανθρώπινα χέρια. Είναι άλλωστε δυνατό, ένας άθλιος και αμαθής άνθρωπος να καταστρέψει το έργο ενός καλού και σοφού× όμως τα ζωντανά αγάλματα που έφτιαξαν οι θεοί από την αόρατη ουσία τους, εκείνες δηλαδή οι θεότητες[55] που περιφέρονται κυκλικά στον ουρανό, μένουν στον αιώνα τον άπαντα. Ας μην χάνει λοιπόν κανείς την πίστη του στους θεούς, επειδή βλέπει και ακούει ότι κάποιοι[56] φέρθηκαν υβριστικά προς τα αγάλματα και τους ναούς…

»Να μη σας ξεγελάει λοιπόν κανείς με λόγια μήτε να σας κλονίζει την εμπιστοσύνη σας στην πρόνοια. Και εκείνοι που σας χλευάζουν γι’ αυτά, δηλαδή οι Ιουδαίοι προφήτες, τι έχουν να πούνε για το ναό τους που τρεις φορές γκρεμίστηκε κι ακόμα δεν έχει ανεγερθεί; Δεν το’ πα αυτό χλευαστικά, εγώ που πρώτος ύστερα από τόσα χρόνια σκέφτηκα να τον ανοικοδομήσω προς τιμήν του θεού που λατρευόταν σ’ αυτόν· χρησιμοποίησα το παράδειγμα θέλοντας να δείξω ότι κανένα ανθρώπινο έργο δεν είναι άφθαρτο και ότι οι προφήτες που έγραψαν τέτοια πράγματα παραληρούσαν, συντροφιά με ξεκουτιασμένες γριούλες»[57], Ιουλιανός.

Αυτά, λοιπόν, σχετικά με την υποτιθέμενη ειδωλολατρία των Ελλήνων. Μένει να αποσαφηνίσουμε τα πράγματα και ως προς τον Παγανισμό ή Νέο-παγανισμό, διότι ορισμένοι από άγνοια ή από σκοπό ονομάζουν την προχριστιανική ελληνική αντίληψη περί Θείου ως Παγανισμό, πράγμα που προσβάλλει τους προγόνους και την αξεπέραστη φιλοσοφική μας σκέψη. Διότι εκεί που υπάρχει φιλοσοφία, πολιτισμός και επιστήμη δεν υπάρχει χώρος ούτε για μαγείες, ούτε για γουΐκες, ούτε για άλλα μυστήρια και αλλότρια τεχνάσματα που απομακρύνουν τους ανθρώπους από τον Ορθό Λόγο και τους ρίχνουν σε αδιέξοδα αντίστοιχα με του Χριστιανισμού. Αληθινή ελευθερία είναι η αυτογνωσία και η αδογμάτιστη σκέψη και όχι το να τρέχουμε στα λιβάδια ημίγυμνοι και ημίτρελλοι επικαλούμενοι τα ονόματα των πατρώων θεών χωρίς να γνωρίζουμε τι λέμε και τι κάνουμε, διότι οι θεοί των Ελλήνων γίνονται κατανοητοί στην ουσία και τη φύση τους μόνο μέσα από τη γνώση του Σύμπαντος Κόσμου και όχι μέσα από πρωτόγονες δεισιδαιμονίες εισαγόμενες από θεόσοφους και αποκρυφιστές δύσης και ανατολής. Και όπως σημείωνε ο Πλούταρχος:

«…ανατρέποντας με τις αλαζονικές μυθολογίες των Αιγυπτίων τα πιο σεβαστά και αγνά στοιχεία των Ελληνικών Ιερών»[58].

Γιατί όμως να τα λέμε εμείς, όταν ο Πλούταρχος, ως ιερέας των Δελφών, έχει ήδη αποσαφηνίσει τα πράγματα:

«Δεύτερον, και σημαντικότερο, πρέπει να προσέξουν πάρα πολύ και να φοβούνται μην τυχόν, χωρίς να το καταλάβουν, διαγράψουν και διαλύσουν τα θεϊκά πράγματα σε ανέμους, ρεύματα, σπορές, οργώματα, παθήματα της γης και μεταβολές εποχών, όπως ακριβώς εκείνοι που ονομάζουν Διόνυσο το κρασί και Ήφαιστο τη φλόγα. Φερσεφόνη, πάλι, αναφέρει κάπου ο Κλεάνθης, (ονομάζουν) την πνοή που φέρεται (περνάει) μέσα από τους καρπούς και έπειτα φονεύται (καταστρέφεται). Κάποιος ποιητής επίσης λέει για τους θεριστές:
"την εποχή που οι δυνατοί κόβουν της Δήμητρας τα άκρα",
διότι τούτοι δεν διαφέρουν σε τίποτα απ’ όσους θεωρούν κυβερνήτη πλοίου τα ιστία, τα παλαμάρια και την άγκυρα, υφαντή τα νήματα και τα υφάδια και γιατρό τη λεκάνη, το μελίκρατο και το κριθαρόζουμο, αλλά γεννούν φοβερές και άθεες ιδέες στα ανθρώπινα μυαλά, όταν δίνουν ονόματα θεών σε φύσεις και πράγματα χωρίς αισθήσεις και ψυχή, που υποχρεωτικά φθείρονται από τους ανθρώπους, οι οποίοι τα χρειάζονται και τα χρησιμοποιούν. (67) Αυτά τα ίδια δεν πρέπει βέβαια να εννοήσουμε ως θεούς, διότι δεν είναι κάτι χωρίς νου και χωρίς ψυχή ο θεός ούτε υποχείριος των ανθρώπων. Με βάση τούτα όμως πιστέψαμε εκείνους, που τα χρησιμοποιούν οι ίδιοι, τα δωρίζουν σε εμάς και μας τα παρέχουν αέναα και διαρκώς»[59].

Η ελληνική φιλοσοφία αποκαλύπτεται λοιπόν ως μία συνθήκη διαχρονική, σοβαρή, επιστημονική και τεκμηριωμένη, απαλλαγμένη από γραφικότητες, δεισιδαιμονίες, έμμονες και εξ αποκαλύψεως δόγματα. Είναι τρόπος σκέψης και ζωής εντελώς σύγχρονος και αναγκαίος, ιδίως όταν στην εποχή μας συγκρούεται το χθες με το σήμερα με τρόπο βίαιο, και μόνο ο Ελληνισμός δείχνει ικανός να γεφυρώσει το χάσμα, απαλλάσσοντας έτσι την ανθρωπότητα από περαιτέρω περιπέτειες.

Ωστόσο, οι θεοί των Ελλήνων και η ελληνική αντίληψη περί Θείου δεν δύνανται να ανταποκριθούν στα νοήματα και τις αξίες που σημαίνουν αν δεν φροντίσουμε με επιμέλεια εμείς να κατανοήσουμε τις διδαχές των προγόνων. Άμεση είναι η ανάγκη να ανατρέξουμε στην προγονική φιλοσοφία, να την μελετήσουμε ακούραστα, μήπως και καταφέρουμε να γίνουμε μέτοχοι και κοινωνοί της. Όσοι λοιπόν ζητούν την αναβίωση της ελληνικής «θρησκείας» ας φροντίσουν πρώτα με σύνεση και υπευθυνότητα να γαλουχήσουν πρώτα εαυτούς στο ελληνικό Ήθος και ας πάψουν να αναζητούν μεταξύ του λαού πιστούς, ποίμνια και για τους εαυτούς τους ιερατικά σχήματα να αυτοχρισθούν.

Η υπόθεση του Ελληνισμού έφτασε ως τις μέρες μας ζωντανή μέσα από πολλούς αγώνες και αστείρευτο αίμα, μέσα από μία αδιάκοπη συνέχεια στον χρόνο που κράτησε ζωντανή την ελπίδα. Σήμερα όσα κρύβονταν μέχρι χθες στα σκοτάδια βγαίνουν ξανά στο φως και διεκδικούν την ύπαρξη τους. Η ελληνική φιλοσοφία είναι το πολυτιμότερο όλων των αγαθών που έχουμε και διαθέτουμε, και δεν επιτρέπεται να την μετατρέπουμε σε επάγγελμα ή μέσο ανάδειξης προσωπικών φιλοδοξιών.

Κλείνοντας, το κείμενο αυτό οφείλουμε να πούμε σε όσους έχουν την ανάγκη να βροντοφωνάξουν την ελληνική τους συνείδηση, σε όσους δηλαδή αισθάνονται αποφασισμένοι να συνταχθούν με τα πατρώα ήθη και τους πατροπαράδοτους τρόπους, ότι οφείλουν προς τιμή των προγόνων να πάψουν να επικαλούνται επιθετικούς προσδιορισμούς για να ορίσουν τις ιδέες και τους εαυτούς τους και να αυτοαποκαλούνται λαθεμένα και ανιστόρητα ως «Έλλην Εθνικός», «Παγανιστής» ή ακόμα και «Δωδεκαθεϊστής», μιμούμενοι τους άλλους, οι οποίοι αντιστοίχως δίπλα στην ελληνική τους καταγωγή φέρουν τον επιθετικό προσδιορισμό «Ορθόδοξος», «Ρωμαιοκαθολικός», «Προτεστάντης», «Ιεχωβάς» ή «Μουσουλμάνος».

Οι Έλληνες δεν έχουν ανάγκη επιθετικών προσδιορισμών, γιατί είναι Έλληνες και αυτό τα λέει όλα. Είναι τέτοιες στιγμές που στη μνήμη έρχονται τα γενναία λόγια του Πλήθωνα Γεμιστού: Έλληνες είμαστε, όπως η πατρώα παιδεία και η γλώσσα που μιλάμε μαρτυρεί. Και σε όσους δεν κατάλαβαν ή δεν θέλουν να κατανοήσουν δεν έχουμε να εξηγήσουμε τίποτα περισσότερο από το να επαναλαμβάνουμε ακούραστα και λακωνικά:
Έλληνας είμαι, απλά Έλληνας!



[1] Μαρία Τζάνη, «Το Ιδεολογικό Μήνυμα του Ελληνισμού στην Αγωγή του Ανθρώπου», σελίδα 7, Τρίτη έκδοση - Αθήνα 1998, εκδόσεις: «Γρηγόρης».
[2] Ιουλιανός, «Εις τους απαιδεύτους κύνας», 184c-d, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ». (Την ίδια πεποίθηση με τον Ιουλιανό έχουν σήμερα και οι επιστημονολόγοι).
[3] Ιουλιανός, «Εις τους απαιδεύτους κύνας», 186a, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[4] Δηλαδή την πραγματική αξία για τα πράγματα και τα φαινόμενα.
[5] Ξενοφάνης, «Αποσπάσματα», απ. 34, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[6] Ξενοφάνης, «Αποσπάσματα», απ. 35, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[7] Πίνδαρος, «Ωδές».
[8] Πλούταρχος, Ηθικά, «Ερωτικός», 763C, εκδόσεις «ΚΑΚΤΟΣ».
[9] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 351E, εκδόσεις «ΚΑΚΤΟΣ».
[10] Πλάτων, «Νόμοι», ΣΤ΄, 766a, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[11] Πλάτων, «Νόμοι», Ζ΄, 818c, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[12] Πλάτων, «Φαίδων», 81a-c, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[13] Πλάτων, «Φαίδων», 82c, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ». (Δες επίσης: Οι Έλληνες θεωρούσαν κοινό το γένος των θνητών και των αθανάτων).
[14] Ιουλιανός, «Εις τους απαιδεύτους κύνας», 184a, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[15] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 378A, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[16] Ιουλιανός, «Εις τους απαιδεύτους κύνας», 187d, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[17] Αισχύλος, «Αποσπάσματα», απ. 664 από τη σειρά «Αρχαία Ελληνικά Γνωμικά», βιβλίο 5, εκδόσεις: «Επικαιρότητα».
[18] Πλούταρχος, Ηθικά, «Πως δει τον νέον ποιημάτων ακούειν», 24E, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[19] Ηράκλειτος, «Άπαντα», απ. 41, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[20] Ιουλιανός, «Εις τους απαιδεύτους κύνας», 193d, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[21] Ιουλιανός, «Εις τους απαιδεύτους κύνας», 188c-d, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[22] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί παίδων αγωγής», 7D, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[23] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί παίδων αγωγής», 8A, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[24] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί του ακούειν», 47C, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[25] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί φυγής», 600B, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[26] Πλάτων, «Τίμαιος», 90c.
[27] Ησίοδος, «Έργα και Ημέραι», στίχος 106, εκδόσεις: «Γεωργιάδης».
[28] Πίνδαρος, «Νεμεόνικοι», VI, εκδόσεις: «Επικαιρότητα».
[29] Πινακίδα του Ιππωνίου, από τα «Ορφικά» των εκδόσεων «Πύρινος Κόσμος».
[30] Πινακίδα της Πετηλίας, από τα «Ορφικά» των εκδόσεων «Πύρινος Κόσμος».
[31] Πινακίδα της Κρήτης, από τα «Ορφικά» των εκδόσεων «Πύρινος Κόσμος».
[32] Απόσπασμα από άρθρο του αναπληρωτή καθηγητή Αστροφυσικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Χάρη Βάρβογλη (1997).
[33] Πλάτων, «Τίμαιος», 24b-c.
[34] Ξενοφάνης, «Αποσπάσματα», απ. 23, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[35] Διόδωρος Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», Α΄, 94. 1-2, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[36] Πλούταρχος, Ηθικά, «Ερωτικός», 763C, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[37] Πλούταρχος, Ηθικά, «Ερωτικός», 763C, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[38] Ηράκλειτος, «Άπαντα», απ. 42, εκδόσεις «ΚΑΚΤΟΣ».
[39] Ξενοφάνης, «Αποσπάσματα», απ. 11, εκδόσεις «ΚΑΚΤΟΣ».
[40] Πλάτων, «Νόμοι», Α΄, 636d, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[41] Πλάτων, «Νόμοι», ΙΒ΄, 941b, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[42] Ομολογία της Ιφιγένειας ως ιέρειας της Αρτέμιδος στον Ταύρο ((Ευριπίδης, «Ιφιγένεια η εν Ταύροις», 390-391). Οι βάρβαροι την πιέζουν, σύμφωνα με την υπόθεση, να τελέσει ανθρωποθυσία Εκείνη συγκρούεται με την ελληνική ηθική της, η οποία αρνείται να πράξει κάτι τέτοιο. Η Ιφιγένεια τελικά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κανένας θεός δεν είναι κακός ώστε να αποζητά ανθρωποθυσίες, αλλά οι βάρβαροι αρέσκονται σε τέτοια θεάματα και ύστερα τα χρεώνουν στο Θείο για να δικαιολογήσουν τις ανόσιες πράξεις τους.
[43] Διόδωρος ο Σικελιώτης, «Ιστορική Βιβλιοθήκη», Γ΄, 6. 3, 4, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[44] «Πηδάλιο» (οι κανόνες της Εκκλησίας), υπό Αγαπίου ιερομόναχου και Νικόδημου μοναχού, σελίδα 317, εκδόσεις: «Παπαδημητρίου».
[45] Πλάτων, «Νόμοι», ΙΑ΄, 931a, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[46] Εδώ ο Πλάτων αναφέρεται στις τιμές και το σεβασμό που τα παιδιά πρέπει να αποδίδουν στους γονείς.
[47] Πλάτων, «Νόμοι», ΙΑ΄, 931e, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[48] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 379D, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[49] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί δεισιδαιμονίας», 167D, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[50] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί του μη χραν έμμετρα νυν την Πυθίαν», 398A, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[51] Ηράκλειτος, «Άπαντα», απ. 5, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[52] Ξενοφάνης, «Αποσπάσματα», απ. 15, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[53] «Πηδάλιο» (οι κανόνες της Εκκλησίας), υπό Αγαπίου ιερομόναχου και Νικόδημου μοναχού, σελίδα 292, ερμηνεία στον κανόνα ΠΒ΄ της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου, εκδόσεις: «Παπαδημητρίου».
[54] Κέλσος, «Αληθής Λόγος», Εισαγωγή, εκδόσεις: «Θύραθεν Επιλογή».
[55] Εννοεί τα ουράνια σώματα –κυρίως τον ήλιο.
[56] Εννοεί τους φανατικούς Χριστιανούς που κατέστρεφαν τα έργα τέχνης των Ελλήνων.
[57] Ιουλιανός, απόσπασμα από την «Επιστολή προς τον Αρχιερέα Θεόδωρο», εκδόσεις: «Θύραθεν Επιλογή».
[58] Πλούταρχος, Ηθικά, «Περί της Ηροδότου κακοηθείας», 857C, εκδόσεις: «ΚΑΚΤΟΣ».
[59] Πλούταρχος, «Περί Ίσιδος και Οσίριδος», 377D-F

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου